φιλόσκηπτρος
φιλόσκηπτρος, sceptred
φῐλό-σκηπτρος, ον,
- sceptred, βασιλεύς AP 9.691.
φιλό·σκηπτρος, ος, ον [ῐ] qui aime le sceptre, Anth. 9, 691.
Étym. φ. σκῆπτρον.
φιλόσκηπτρος, das Szepter liebend, βασιλεύς Ep.adesp. Byz. 6 (IX.691).
φιλόσκηπτρος
φῐλό-σκηπτρος, ον,
σκῆπτρον
- sceptred, Anth.