φυλλοστρώς Save Bailly 2024 Pape φυλλο·στρώς, ῶτος (ὁ, ἡ, τὸ) c. le suiv. Thcr. Epigr. 3. φυλλοστρώς, ῶτος, = φυλλόστρωτος, im dat., φυλλοστρῶτι πέδῳ, Theocr. ep. 3 (IX.338).