φυλοκρινέω
φυλοκρινέω, to make distinctions of race
φῡλοκρῐνέω,
- make distinctions of tribe, εἰ . . φυλοκρινοῖεν οἷς χρεὼν βοηθεῖν Th. 6.18; ἐλέχθη τὸ μὴ φυλοκρινεῖν πρὸς τοὺς ἐξετάζειν τὰ γένη βουλομένους Arist. Ath. 21.2: hence metaph., classify, Luc. Abd. 4, Phal. 2.9; also, distinguish precisely, ἕκαστον ὁποῖόν ἐστι S.E. M. 7.183; cf. Phryn. PS p.123 B., Poll. 8.110, etc.
- II select carefully, τὸ βουλευτικὸν πᾶν καὶ φ. καὶ διαλέξαι D.C. 52.19, cf. Aristid. 1.218J. (s.v.l.).
- III pick out, ἀπὸ τῶν φαύλων τοὺς χρηστούς Lib. Or. 16.51, cf. Porph. Phil.Hist.Fr. 11; τὰς ἐξ ἡλίου καὶ σελήνης προϊούσας εἰς τὴν γένεσιν ποιήσεις παρατηρητικῶς φ. Procl. in Cra. p.74 P. (φιλοκρινέω is freq. f.l.; φυλλοκρίνειν Hsch.)
φυλο·κρινέω-ῶ [ῡῐ] classer, litt. diviser en tribus ou en espèces, Thc. 6, 18 ; Luc. Abd. 4 ; Phalar. Ep. 2, 9 ; DC. 52, 19, etc.
Étym. φ. κρίνω.
φυλοκρινέω, [ῡ], die Stämme, Geschlechter unterscheiden ; Thuc. 6.18 ; vgl. Phryn. in B.A. 71 ; Poll. 8.110.
φυλοκρινέω
φῡλο-κρῐνέω,
- to make distinctions of race, Thuc.