χοιροπώλης
χοιροπώλης, a pig-jobber
χοιρο-πώλης, ου, Dor. -ας, α, ὁ,
- pig-dealer, Ar. Ach. 818, Fr. 578.
χοιρο·πώλης, dor. χοιρο·πώλας, α (ὁ) [ᾱ] marchand de cochons, Ar. Ach. 818, etc.
Étym. χ. πωλέω.
χοιροπώλης, ὁ, Schweinehändler, dor. χοιροπώλας, Ar. Ach. 783 ; Poll. 7.187.
χοιροπώλης
πωλέομαι
- a pig-jobber, Ar.