χοιροψάλας
χοιρο-ψάλας, ὁ, Dor. for -ης,
- = χοιρόθλιψ, epith. of Dionysus, Polem.Hist. 72.
χοιρο·ψάλας, α (ὁ) [ᾰλᾱ] c. χοιρόθλιψ, ép. de Bacchus, Clém. 33.
Étym. χ. ψάλλω.
χοιροψάλας, ὁ, dor. = χοιροψάλης, = χοιρόθλιψ, Beiw. des Bacchus, Clem.Al.