χοροιμανής
χοροι-μᾰνής, ές, Ep. for χορομανής, Orph. H. 52.7, Fr. 282, Max. 496.
χοροι·μανής, ής, ές [ᾰ] c. χορομανής, Orph. H. 52, 7.
χοροιμανής, ές, die Chöre, den Tanz leidenschaftlich liebend, s. χορομανής,
• Adv. χοροιμανέως , Maxim.
• Adv. χοροιμανέως , Maxim.