χρύσοπτα
χρύσοπτα, τά,
- = αἱ αἰθάλαι αἱ ξανθαί acc. to Gloss. ap. Steph. Thes. et Ducange; χ. πάντα ποιεῖ (sc. ὁ ἐτήσιος λίθος) Maria ap. Olymp. Alch.p.93B., cf. Zos.Alch. p.120 B.