Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψησσίον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψήκτρα
ψήκτρια
ψηκτρίζω
ψηκτρίον
ψηκτρίς
ψῆλαι
ψηλαφάω
ψηλάφημα
ψηλάφησις
ψηλαφητέον
ψηλαφητής
ψηλαφητικῶς
ψηλαφητός
ψηλαφία
ψηλαφίζω
ψηλαφίνδα
ψηλαφώδης
ψήληκες
ψήληξ
ψημύθιον
ψήν
ψηνίζω
ψηνός
ψηνύξαι
ψῆξις
ψήρ
ψῆρας
ψηροπυρίτας
ψηρός
ψῆσσα
ψησσίον
ψηστός
ψῆττα
ψηττάδιον
ψηττάριον
ψηττοειδής
ψηττόποδες
Ψηττόποδες
ψήφαξ
ψηφάς
ψηφηδακέω
ψηφηφορέω
ψηφηφορία
ψηφηφόρος
ψηφίδιον
ψηφιδοφόρος
ψηφιδώδης
ψηφίζω
ψηφικός
ψήφινος
ψηφίον
ψηφίς
ψήφισις
ψήφισμα
ψηφισματογράφος
ψηφισματοπώλης
ψηφισματώδης
ψηφισμός
ψηφιστέον
ψηφιστής
ψηφιστικός
…
ψησσίον
Save
LSJ
ψησσίον, τό, Dim. of
ψῆσσα
(v.
ψῆττα
),
Zonar.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}