ψηφηφόρος Save Bailly 2024 Pape ψηφη·φόρος, ος, ον, vulg. p. ψηφοφόρος, DH. 7, 59. ψηφηφόρος, sp. Form von ψηφοφόρος, Lobeck zu Phryn. p. 652.