ψηφιδοφόρος
ψηφιδοφόρος, voting
ψηφῑδοφόρος, ον,
- = ψηφοφόρος, Hdt. 6.109.
ψηφιδο·φόρος, ος, ον [ῑ] c. ψηφοφόρος, Hdt. 6, 109.
ψηφιδοφόρος, [ῑ], = ψηφοφόρος, Her. 6.109.
ψηφιδοφόρος
ψηφῑδο-φόρος, ον,
φέρω
= ψηφοφόρος, Hdt.