Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψιλής
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψίεθος
ψίεντα
ψίζομαι
ψίζω
ψίης
ψιθήν
ψίθιος
ψίθος
ψιθύζομαι
ψίθυρ
ψιθύρα
ψιθυρίζω
ψιθυρίς
ψιθυρίσδω
ψιθύρισμα
ψιθυρισμός
ψιθυριστής
ψιθυριστικός
ψίθυρος
ψιθυρός
ψιθύρως
ψιλαγία
ψιλάγναφος
ψιλαγός
ψίλακερ
ψίλαξ
Ψίλαξ
ψιλᾶς
ψιλεύς
ψιλήπλευρα
ψιλής
ψιλῆται
ψιλήτης
ψιλίζομαι
ψιλίζω
ψιλικός
ψιλινοποιός
ψίλινος
ψίλινος στέφανος
ψιλίοις
ψίλιον
ψιλισμός
ψιλιστής
Ψίλλις
ψιλοβάφος
ψιλογραφέω
ψιλόδαπις
ψιλόδορος
ψιλοκέραμος
ψιλόκερως
ψιλοκιθαριστής
ψιλοκιθαριστική
ψιλοκορρέω
ψιλοκόρρης
ψιλοκορσέω
ψιλοκόρσης
ψιλόκουρος
ψιλόκρανος
ψιλομετρία
ψίλον
ψιλόπλευρον
…
ψιλής
Save
Bailly 2024
ψιλής,
ῆτος
(
ὁ
)
[
ῑ
] soldat armé à la légère,
Eschl.
fr. 441
.
Étym.
ψιλός
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}