ψιλινοποιός
ψιλινοποιός, maker of ψίλινοι στέφανοι (made of palm-branches)
ψιλινοποιός, ὁ,
- maker of ψίλινοι στέφανοι, IG 5(1).208, 209 (Sparta).
ψιλινοποιός, maker of ψίλινοι στέφανοι (made of palm-branches)