Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψιλοκόρρης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψιλαγός
ψίλακερ
ψίλαξ
Ψίλαξ
ψιλᾶς
ψιλεύς
ψιλήπλευρα
ψιλής
ψιλῆται
ψιλήτης
ψιλίζομαι
ψιλίζω
ψιλικός
ψιλινοποιός
ψίλινος
ψίλινος στέφανος
ψιλίοις
ψίλιον
ψιλισμός
ψιλιστής
Ψίλλις
ψιλοβάφος
ψιλογραφέω
ψιλόδαπις
ψιλόδορος
ψιλοκέραμος
ψιλόκερως
ψιλοκιθαριστής
ψιλοκιθαριστική
ψιλοκορρέω
ψιλοκόρρης
ψιλοκορσέω
ψιλοκόρσης
ψιλόκουρος
ψιλόκρανος
ψιλομετρία
ψίλον
ψιλόπλευρον
ψιλοποιέω
ψιλός
ψιλόταπις
ψιλότης
ψιλοτοπαρχία
ψιλόφυτος
ψιλόω
Ψιλτοῦκις
ψιλώθριον
ψίλωθρον
ψίλωμα
ψιλῶς
ψίλωσις
ψιλωτέον
ψιλωτής
ψιλωτικός
ψιλωτόν
ψίμαρον
ψιμίθιον
ψιμιθιοφανής
ψιμιθιόω
ψιμιθισμός
ψίμιθος
…
ψιλοκόρρης
Save
Pape
ψιλοκόρρης
, [ῑ], ὁ, Hesych. = ψιλοκόρσης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}