ψιττάκη Save LSJ Bailly 2024 Pape ψιττάκη, ἡ, v. ψιττακός. ψιττάκη, ης (ἡ) [ᾰ] c. ψιττακός, Arstt. H.A. 8, 12, 13. ψιττάκη, ἡ, = σιττάκη, Arist. H.A. 8.12, s. ψίττακος.