ψυχοκρατητικός
ψυχοκρατητικός, getting the soul
ψῡχο-κρᾰτητικός, ή, όν,
- getting the soul, τοῦ -κοῦ, ὅς ἐστιν ἕβδομος (sc. ἐνιαυτός) Lyd. Mens. 3.9.
ψυχοκρατητικός, getting the soul