ἀβροτίνη Save LSJ DGE Pape ἀβροτίνη, ἡ, = ἁμαρτωλή, Hsch.; cf. ἀβροτάζω. ἀβροτίνη -ης, ἡ error Hsch. ἀβροτίνη, ἡ, Fehler, Hesych.