ἀγριοκάρδαμον
ἀγριο-κάρδαμον, τό,
- = ἰβηρίς, Gal. 13.353.
bot. mastuerzo salvaje o lepidio de hoja ancha, Lepidium latifolium L.
βοτάνην Ἰβηρίδα, ἥν τινες καλοῦσι λεπίδιον ἢ ἀ.
γιγγίδιον ἀ. τὸ καὶ λεπίδιον
ἀγριο·κάρδαμον, ου (τὸ) : cresson sauvage, Gal. 13, 636.
ἀγριοκάρδαμον, τό, wilde Kresse, Sp. Orph. H. 11.4.