ἀγριοαππίδιον Save ἀγριοαππίδιον, wild pear tree LSJ DGE ἀγριο-αππίδιον, τό, wild pear tree, Gp. 8.37.3. ἀγριοαππίδιον -ου, τό peral silvestre, Gp.8.37.3.