ἀγριόεις
ἀγριόεις, maddening
ἀγριόεις, εσσα, εν,
- = ἄγριος, Nic. Al. 30, 604.
1 silvestre
ὀπώρη
uvas silvestresκράδη
2 salvaje
φωτῶν ἀ. νόος
ἀγριόεις, όεσσα, όεν, c. ἄγριος, Nic. Al. 30, 617.
ἀγριόεις, εσσα, εν, = ἄγριος, Nic. ὀπώρη, Traube, Al. 30 ; κράδη 617.