ἀγριοσυκῆ
ἀγριοσυκῆ, ἡ,
- wild fig, Horap. 2.77.
bot. higuera silvestre, cabrahigo, Ficus carica L. var. caprificus,
(ταῦρος) ὅταν ὀργᾷ, δεσμεῖται ἀγριοσυκῇ καὶ ἡμεροῦται
ἐρίνεος· ὁ τῆς ἀγριοσυκῆς καρπός