About Report a problem

Menu

ἀγυρμός

ἀγῠρ-μός, ὁ,
  • = ἄγυρις, ἀγρίων ζῴων Babr. 102.5, cf. AB 331; = ἀγερμός (which is a v.l.), D.H. 2.19, cf. EM 8.7.

Saved

Recent