ἀζαές
ἀζαές (cod. -ζαλές) · πολύπνουν, καὶ ὀλιγόπνουν, Hsch. ἀζαθός, Cypr.
- = ἀγαθός, ἰ(ν) τύχᾳ ἀζαθᾷ Inscr.Cypr. 134H., cf.137. ἀζατα· φθονερά, Hsch.
πολύπνουν, καὶ ὀλιγόπνουν