About Report a problem

Menu

ἀζυγοστάτητος

ἀζυγοστάτητος -ον

imponderable neutr. subst. τὰ ἀ.: τίς ζυγοστατεῖ τὰ ἀζυγοστάτητα; Leont.Const.Hom.14.262.

Saved

Recent