ἀκεσμός
ἀκεσμός, healing, cure
ἀκεσ-μός, ὁ,
- = ἄκεσις, Call. Fr.anon. 227.
curación Hsch.,
τῆς φθορᾶς καὶ τῶν τραυμάτων
ἀκεσμός, ὁ, Heilung, VLL.
ἀκεσμός, healing, cure
curación Hsch.,
τῆς φθορᾶς καὶ τῶν τραυμάτων