ἀκεστορίς Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀκεσ-τορίς, ίδος, ἡ, fem. of ἀκέστωρ, Hp. Flat. 1. ἀκεστορίς, ίδος (ἡ) [ᾰ] fém. d’ἀκέστωρ, Hpc. 295, 48. ἀκεστορίς, ίδος. ἡ, die Heilende, Hippocr.