ἀλίθιος
ἀλίθιος, Dor. for ἠλίθιος.
ἀλίθιος, ἀλιθίως, v. ἠλίθιος, -ίως.
ἀλίθιος, dor. = ἠλίθιος.
ἀ¯λῐθιος
- 1purposeless (but cf. Wil., S. & S., 1761.) χόλος δʼ οὐκ ἀλίθιος γίνεται παίδων Διός P. 3.11