ἁλιευτής
ἁλι-ευτής, οῦ, ὁ,
- = foreg. [ἁλιεύς] I, metaph., Πιερίδων Cerc. 4.8.
pescador Arist.PA 693a23
• fig.
Πιερίδων
ἁ. ψυχῶν ἀνθρωπίνων
ἁλιευτής, οῦ, ὁ, Seemann, Sp.