ἁλίευμα
ἁλίευμα, draught of fish
ἁλί-ευμα, ατος, τό,
- draught of fish, Str. 11.2.4.
pesca Str.11.2.4.
ἁλίευμα, ατος (τὸ) [ᾰλ] pêche, Str. 493.
Étym. ἁλιεύω.
ἁλίευμα, τό, Fischfang, Strabo. XI p. 493.