ἀλαβάστρινος
ἀλαβάστρινος, of alabaster
ἀλᾰβ-άστρινος, η, ον,
- of alabaster, ἔργα PRyl. 92.1 (ii/iii A. D.).
alabastrino, de alabastro
πιθά(κναι)
ὅλμιν
τράπεζα
λίθος
• subst. τὰ ἀλαβάστρινα canteras de alabastro, PRyl.92.1 (II/III d.C.).