ἀλληλομισέω
ἀλληλομισέω, hate one another
ἀλληλο-μῑσέω,
- hate one another, PMag.Lond. 46.108.
odiarse mutuamente
σὺ ἐποίησας τοὺς ἀνθρώπους ἀλληλοφιλεῖν καὶ ἀλληλομισεῖν
• v. med. mismo sent. POxy.2343.21 (III a.C.).