ἀματαιότης
ἀματαιότης, precision
ἀμᾰταιότης, ητος, ἡ,
- = ἕξις ἀναφέρουσα τὰς φαντασίας ἐπὶ τὸν ὀρθὸν λόγον, Stoic. 2.39.
precisión intelectual
τήν τε ἀματαιότητα ἕξιν ἀναφέρουσαν τὰς φαντασίας ἐπὶ τὸν ὀρθὸν λόγον
ἀ·ματαιότης, ητος (ἡ) [μᾰ] absence de frivolité, gravité, DL. 7, 47.
Étym. ἀ, μ.
ἀματαιότης, ητος, ἡ, die Kraft, sich nicht durch Eitelkeit blenden zu lassen, Diog.L. 7.47.