ἀμαυρίσκω
ἀμαυρ-ίσκω,
- = ἀμαυρόω, Democr. 177.
oscurecer, hacer borroso
οὔτε λόγος ἐσθλὸς φαύλην πρῆξιν ἀμαυρίσκει
ἀμαυρίσκω, c. ἀμαυρόω, Démocr. (Stob. Fl. App. 14).
oscurecer, hacer borroso
οὔτε λόγος ἐσθλὸς φαύλην πρῆξιν ἀμαυρίσκει