ἀμβ
ἀμβ- contract. et assimil. poét. p. ἀναβ-: ἀμβαδόν, ἀμβαίνω, ἀμβάλλω, v. ἀναβαδόν, ἀναβαίνω, ἀναβάλλω ; — ἄμβατε, v. ἀναβαίνω ; — ἄμβασις, ἀμβάτης, ἀμβατός, v. ἀνάβασις, ἀναβάτης, ἀναβατός.
ἀμβ–, ion. u. ep. für ἀναβ-, z.B. ἀμβαίνειν, ἀμβάλλειν, ἄμβασις, ἀμβατός.