ἀμιστύλλευτος
ἀμιστύλλευτος, ον,
- = sq., metaph., θεοί Dam. Pr. 182; κραδίη Procl. H. 7.11.
no troceado, no dividido
κραδίη
ὁ μὲν ἅπαξ ἀ., καὶ ἀμερής, καὶ ἓν μόνον
ἀμιστύλλευτος, = ἀμίστυλλος, unzerstückelt, Sp.