αἰωρεῖσθαι, καὶ κρέμασθαι. ἢ ἀποπνῖξαι Hsch. •Cf. prob. ἀναμάσσω.
αἰωρεῖσθαι, καὶ κρέμασθαι. ἢ ἀποπνῖξαι