ἀμορβίτης Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀμορβ-ίτης, ὁ, Sicel for ἀμόρα, Ath. 14.646f; cf. ἀμοργίτης. ἀμορβίτης v. ἀμορίτης. ἀμορβίτης, ου (ὁ) c. ἀμόρα, Ath. 646f. ἀμορβίτης, eine Kuchenart bei den Siziliern, Ath. XIV.646e ; vielleicht ἀμορίτης, s. ἀμόραι.