ἀμοργίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀμοργίδιον, τό, Dim. of ἀμοργίς, dub. l. in Paus.Gr. Fr. 47 (leg. ἀμόργινα). ἀμοργίδιον, ου (τὸ) [ᾰῐδ] petite robe de pourpre, Paus. (Eust. ad DP. p. 525). Étym. ἀμοργίς. ἀμοργίδιον, τό, dimin. von ἀμοργίς.