ἀμφικρέμαμαι
ἀμφικρέμαμαι, to hang round
ἀμφικρέμαμαι, Pass.,
- hang round, φρένας ἀμφικρέμανται ἐλπίδες Pi. I. 2.43, cf. O. 7.24.
estar colgado alrededor de, pender sobre
φθονεραὶ θνατῶν φρένας ἀμφικρέμανται ἐλπίδες
ἀμφὶ δ' ἀνθρώπων φρασὶν ἀμπλακίαι κρέμανται
ἀμφι·κρέμαμαι (seul. prés.) être suspendu autour de ou sur, acc. Pd. I. 2, 43.
ἀμφικρέμαμαι, (κρεμάννυμι), rings umschweben, ἐλπίδες φρένας Pind. I. 2.43.
ἀμφικρέμαμαι pass. c. acc.,
- 1hang round ὅτι φθονεραὶ θνατῶν φρένας ἀμφῐκρέμανται ἐλπίδες 1. 2. 43.
ἀμφικρέμαμαι
- to hang round, Pind.