Ἀμφικτίων Save Bailly 2024 Ἀμφικτίων, postér. Ἀμφικτύων, ονος (ὁ) d’ord. au plur. οἱ Ἀμφικτίονες, postér. Ἀμφικτύονες, v. Ἀμφικτίονες.