ἀμφιλογέομαι
ἀμφιλογέομαι, to dispute
ἀμφι-λογέομαι, Dep.,
- dispute, doubt, περί τινος Plu. Lys. 22.—Act. in J. AJ 8.1.4, Hsch.
ἀμφιλογέομαι, streiten, περί τινος, Plut. Lys. 22.
ἀμφιλογέομαι
ἀμφίλογος
- Dep. to dispute, περί τινος Plut.