About Report a problem

Menu

ἀμφορίσκος

ἀμφορίσκος, small amphora

ἀμφορ-ίσκος, ὁ,
  • Dim. of ἀμφορεύς, D. 22.76; ἀ. Πανιώνιος IG 2.818.

Saved

Recent