ἀντέλλογος
ἀντέλ-λογος, ὁ,
- = foreg. [ἀντελλογισμός]: metaph., ἐν ἀντελλόγῳ σταθμᾶσθαι Eust. 997.54.
compensación
ὡς ἐν ἀντελλόγῳ σταθμῶμενος
compensación
ὡς ἐν ἀντελλόγῳ σταθμῶμενος