ἀντεκκόπτω
ἀντεκκόπτω, to knock out in return
ἀντεκ-κόπτω,
- knock out in return, ὀφθαλμόν D 24.140; εἴ τις τὸν ὀφθαλμὸν ἐξέκοψέ τινος, ἀντεκκοπῆναι Arist. MM 1194a38, cf. D.S. 12.17.
hacer salir a golpes a su vez, sacar a su vez
ἐάν τις ὀφθαλμὸν ἐκκόψῃ, ἀντεκκόψαι παρασχεῖν τὸν ἑαυτοῦ
οὐ γὰρ δίκαιον, εἴ τις τὸν ὀφθαλμὸν ἐξέκοψεν τινός, ἀντεκκοπῆναι
νόμου γὰρ ὄντος, ἐάν τίς τινος ὀφθαλμὸν ἐκκόψῃ, ἀντεκκόπτεσθαι τὸν ἐκείνου
ἀντ·εκκόπτω, mutiler à son tour ou en retour, Dém. 744, 13 ; Arstt. M. mor. 1, 34, 14 ; DS. 12, 17.
ἀντεκκόπτω, dagegen, zur Vergeltung, ausschlagen, ὀφθαλμόν Dem. 24.140 ; DS. 12.17.
ἀντεκκόπτω
- to knock out in return, Dem.