ἀντελιγμός Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape ἀντελιγμός, ὁ, Ion. for ἀνθελ- (q.v.). ἀντελιγμός v. ἀνθελιγμός. ἀντελιγμός, v. ἀνθελιγμός. ἀντελιγμός, ὁ, ion. = ἀνθελιγμός, Galen.