ἀντικλείομαι
ἀντικλείομαι, to be enclosed
ἀντικλείομαι,
- to be enclosed, εἰς τὴν κοιλότητα Ruf. Oss. 32.
encerrarse
εἰς τὴν κοιλότητα
ἀντικλείομαι, to be enclosed
encerrarse
εἰς τὴν κοιλότητα