ἀπεκτείνω
ἀπεκτείνω, draw off
ἀπεκ-τείνω,
- draw off, τῆς θερμασίας ἐν τοῖς ἀγγείοις ἀπεκταθείσης Gal. 17(1).114.
extender
τῆς ἐν τοῖς ἀγγείοις ... θερμασίας ἀπεκταθείσης
ἀπ·εκτείνω, étendre d’un point (à un autre) Orig. 3, 803.
ἀπεκτείνω, ausdehnen, ausspannen, Sp.