About Report a problem

Menu

ἀπεκτείνω

ἀπεκτείνω, draw off

ἀπεκ-τείνω,
  • draw off, τῆς θερμασίας ἐν τοῖς ἀγγείοις ἀπεκταθείσης Gal. 17(1).114.

Saved

Recent