ἀπελασία
ἀπελασία, driving away
ἀπελᾰσία, ἡ, (ἀπελαύνω)
- driving away, POxy. 1252r6 (iii A. D.), PLond. 2.403.12 (iv A.D.).
1 robo, abigeato
προβάτων ... ἀπελασίαν ὁμολόγησε
π]ερὶ ἀπελασίας ἐστιν ἡ διάγνω[σις
τῶν χοιρῶν
κτηνῶν
ζῴων καὶ ἑτέρων σκευῶν
2 expulsión de
3 persecución Hsch.
ἀπελασία, ἡ, das Wegtreiben, Hesych. διωγμός.