ἀπολογή
ἀπολογή, selection
ἀπολογ-ή, ἡ, (ἀπολέγω)
- selection, or possibly challenging of jurors, ἐξ ἀπολογῆς OGI 484.54 (Pergam.).
1 selección
τὰς ... κρίσεις γείνεσθαι ... ἐπὶ τῶν ἐστρατη[γηκ]ότων ἀνδρῶν ἐξ ἀπολογῆς
2 renuncia
ἀρουρῶν