ἀπολόγημα
ἀπολόγημα, a plea alleged in defence
ἀπολόγ-ημα, ατος, τό,
- plea alleged in defence, Pl. Cra. 436c; ὑπὲρ τῆς πόλεως πρὸς Ῥωμαίους Plu. Cim. 1.
1 defensa, justificación
τοῦτο ... οὐδέν ἐστιν ἀ.
τὸ τῆς αἰτίας ἀ.
ἔνιοι ... πανουργίαν ἀβελτερίας ἀπολόγημα ποιοῦνται
2 alegato
ὑπὲρ τῆς πόλεως ἀ. πρὸς Ῥωμαίους
ἀπολόγημα, ατος (τὸ) c. ἀπολογία, Plat. Crat. 436c ; Plut. Cim. 1.
Étym. ἀπολογέομαι.
ἀπολόγημα, τό, Verteidigungsgrund, Plat. Crat. 436c u. Sp., wie Plut. Lyc. 31.
ἀπολόγημα
from ἀπολογέομαι
- a plea alleged in defence, Plut.