ἀράσιμος Save ἀράσιμος, accursed LSJ DGE Pape ἀράσιμος [ρᾱ], ον, (ἀράομαι) accursed, Suid. ἀράσιμος -ον maldito Sud. ἀράσιμος, verwünscht, Suid.